Επενδύοντας στις… επενδύσεις

surreal h

Στο τέλος της ημέρας, όλοι θέλουν τις επενδύσεις. Πρωτίστως, η εθνική οικονομία και οι τοπικές κοινότητες, για την προφανή αναγκαιότητα της ανάπτυξης, των νέων θέσεων εργασίας, της ροής κεφαλαίων, της παραγωγής και διάχυσης εισοδήματος. Και το πολιτικό-αυτοδιοικητικό μας σύστημα τις θέλει, για τους ανωτέρω λόγους, βεβαίως, αλλά επιπροσθέτως και είτε για να επαίρεται, είτε για να… «καταγγέλλει».

Και οι αρμόδιες Δημόσιες Υπηρεσίες τις θέλουν για να αιτιολογούν το αντικείμενό τους (ό,τι άλλο σκεφθήκατε, είναι με δική σας ευθύνη) ακόμα και τα ΜΜΕ τις θέλουν, γιατί τα θέματα σχετικά με επενδύσεις, φέρνουν πάντα αναγνωσιμότητα (ανεξαρτήτως του σκεπτικού σύνταξής τους).

Βασικό ζητούμενο, εν τούτοις, παραμένει το τι θέλει ένας σοβαρός επενδυτής, μεγάλος ή μικρός. Θέλει ένα πλαίσιο με τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά: Σταθερότητα, Ασφάλεια, Ευκολία (στις διαδικασίες εγκρίσεων, αδειοδοτήσεων κ.λπ.) και ένα ικανοποιητικό περιθώριο απόσβεσης/κέρδους. Υπάρχει και η χρηματοδότηση, που είναι άλλο ξεχωριστό κεφάλαιο.

Του προσφέρει, ή καλύτερα, εγγυάται ένα τέτοιο πλαίσιο η πραγματικότητα του επενδύειν στην Ελλάδα;

Μία κυνική απάντηση θα ήταν, ούτε για ένα εξάμηνο! Αλλά επειδή δεν θέλουμε να είμαστε κυνικοί, απαντάμε απλώς, «όχι».
Τα θέματα φορολογίας, π.χ., μεταβάλλονται διαρκώς και συχνά, απροειδοποίητα.
Η επενδυτική και χωροταξική νομοθεσία, ομοίως. Και αν δεν αλλάζει, μπορεί να αναφέρεται σε περασμένες δεκαετίες.
Η γραφειοκρατία μπορεί να βελτιώνεται, κατά καιρούς, ως προς μία αρμοδιότητα δημόσιου φορέα, αλλά επιδεινώνεται, σφόδρα, ως προς μία άλλη. Έχουμε πολλά φαινόμενα, να παίρνει μία επένδυση μία έγκριση από μία Υπηρεσία, την οποία να μην δέχεται μία άλλη ή να καθυστερεί εξωπραγματικά σε διεκπεραίωση δικής της ευθύνης. Όπως έχουμε και πάμπολλα παραδείγματα διαφωνίας μεταξύ Υπηρεσιών επί της ίδιας διάταξης, του ίδιου Νόμου, επειδή ερμηνεύεται διαφορετικά.
Μπορεί η όλη διαδικασία να εξελίσσεται ομαλά και θετικά, αλλά μία προσφυγή, ανεξαρτήτως λόγου, στο ΣτΕ να τη βάζει σε βαθιά «κατάψυξη».

Η προκύπτουσα ανάγκη, είναι πασιφανής: Απαιτείται ένα πλαίσιο προστασίας της επενδυτικής δραστηριότητας, ένα πεδίο προστατευμένο συνταγματικά, θεσμικά, δημοσιονομικά. Με προσδιορισμένους και προσυμφωνημένους παράγοντες – φορολογικούς, χωροταξικούς-πολεοδομικούς κοκ – για ένα ικανό βάθος χρόνου.

Το μέγα ερώτημα, επομένως, είναι ένα: Μπορεί η Ελλάδα να προσφέρει ένα τέτοιο πλαίσιο στην επενδυτική δραστηριότητα; Πως, με τι όρους και σε τι χρονικό ορίζοντα;
Σε συνέχεια της πρόσφατης αναφοράς του προέδρου του ΣΕΤΕ Ανδρέα Ανδρεάδη, στο συνέδριο του Economist, περί ανάγκης «συνταγματικής προστασίας των επενδύσεων», μπορούμε να πούμε ότι τα ερωτήματα αυτά αποτελούν πλέον το αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης από πλευράς ΣΕΤΕ, σε συνεργασία με έγκριτους ειδικούς.
Μελέτη που στοχεύει όχι απλώς στο να διερευνήσει τις απαντήσεις, αλλά ταυτόχρονα να καταλήξει και σε συγκεκριμένες προτάσεις που θα υποβληθούν στην Πολιτεία.

Αφίξεις α΄ εξαμήνου: Αθήνα καλπάζουσα και τάση επιμήκυνσης περιόδου

arrivals

Η συνέχεια, με αμείωτη ένταση, της θεαματικής ανάκαμψης της Αθήνας αλλά και η τάση περιορισμού της εποχικότητας, είναι τα ευρήματα που ξεχωρίζουν από την ανάλυση των στοιχείων αεροπορικών αφίξεων, του πρώτου εξαμήνου του έτους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε ο ΣΕΤΕ, σχεδόν όλα τα αεροδρόμια κατέγραψαν ικανοποιητικά ποσοστά αύξησης στο εξάμηνο, με συνολικά 5,2 εκατ. αφίξεις, αύξηση 17,1% και περί τις 760.000 περισσότερες αφίξεις (ο αριθμός είναι μεγαλύτερος καθώς δεν υπάρχουν ακόμα τα στοιχεία από τη Μύκονο) σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2013.
Η Αθήνα καταμετρά, ήδη, 400.000 περισσότερες αφίξεις και προφανώς οδεύει προς μία εντυπωσιακή χρονιά. Η εκτίμηση του ΣΕΤΕ είναι ότι θα ξεπεραστεί η αρχική εκτίμηση των 750.000 επιπλεόν αφίξεων για φέτος.
Αν δούμε τα στοιχεία του Ιουνίου, κατά τη διάρκεια του οποίου είχαμε ποσοστό αύξησης των αφίξεων κατά 12,4%, αυτό που παρατηρείται, είναι μία, τρόπον τινά, “διόρθωση” του ρυθμού αύξησης, καθώς είναι ευνόητο ότι όσο προχωρούμε στους μήνες αιχμής, τα σχετικά ποσοστά αντιπροσωπεύουν και σημαντικά υψηλότερους πραγματικούς αριθμούς αφίξεων.
Ας μην ξεχνάμε ότι η βάση αφίξεων του περυσινού Ιουνίου ήταν αρκετά υψηλή για τους περισσότερους προορισμούς.
Με δεδομένο και ότι οι πιο δημοφιλείς προορισμοί θα εξαντλήσουν τη φέρουσα ικανότητά τους το διάστημα Ιουλίου-Αυγούστου και πιθανόν και Σεπτεμβρίου, τα ποσοστά αύξησης των αφίξεων το συγκεκριμένο διάστημα αναμένεται να κινηθούν σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ενδιαφέρον έχει να διαπιστωθεί αν η εικόνα των πρώτων μηνών του έτους, όταν είχαμε υψηλά διψήφια ποσοστά αύξησης, θα επαναληφθεί και στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.
Όπως σημειώνει ο ΣΕΤΕ, ιδιαίτερης σημασίας είναι η καταγραφόμενη τάση επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, σε συνδυασμό με την πύκνωση της αεροπορικής διασύνδεσης της περιφέρειας της χώρας, αλλά και τη σταδιακή ανάπτυξη εναλλακτικών δικτύων διάθεσης του τουριστικού προϊόντος.
Αθροιστικά, στις εκτός Αθήνας αεροπορικές αφίξεις του τριμήνου Απριλίου – Ιουνίου, παρατηρείται άνοδος που εξελίσσεται εντυπωσιακά το 2013 και 2014 (2010: 2.422.000 αφίξεις, 2011:2.825.000, 2012: 2.808.000, 2013: 3.205.000 και 2014: 3.592.000).
Αναλυτικά τα στοιχεία στο site του ΣΕΤΕ, σε αυτό το link.

Κοινή λογική: Δυστυχώς, ακόμα δεν υπάρχει το “εμβόλιο”

 

plan ahead

Κοινή λογική και Ελληνικό Δημόσιο, είναι γενικώς μία σχέση δύσκολη. Έχουμε πληθώρα παραδειγμάτων και βιωμάτων που δείχνουν ότι ο ορθός προγραμματισμός και η πρόληψη, με δυσκολία βρίσκουν χώρο στα πλάνα των φορέων και των υπηρεσιών του Δημοσίου. Ακόμα δε και όταν συμβαίνει αυτό, συχνά “παραγκωνίζονται” και ακυρώνονται από τη γραφειοκρατία.
Κοινή λογική για ένα κράτος που δέχεται αριθμό επισκεπτών σχεδόν διπλάσιο του πληθυσμού του, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο κάθε έτους, σημαίνει ότι φροντίζει έγκαιρα και διεξοδικά, για την εύρυθμη λειτουργία των βασικών υποδομών του.
Κοινή λογική σημαίνει ότι με το που ολοκληρώνεται μία τουριστική περίοδος, καταγράφονται αναλυτικά τα δεδομένα, τα προβλήματα και οι αστοχίες και ξεκινάει ο σχεδιασμός για την αντιμετώπιση ή διευθέτησή τους, με στόχο την πρόληψη να μην επαναληφθούν και στην επόμενη περίοδο. Επιπρόσθετα, σε έναν τέτοιο σχεδιασμό, φροντίζει ο κάθε αρμόδιος να περιορίσει, στο μέγιστο δυνατόν βαθμό και τον παράγοντα του “έκτακτου”.
Αν ξεκινάει μία τέτοια διαδικασία τον Νοέμβριο, τότε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, όταν προκύπτει και πρώτος προγραμματισμός πτήσεων του έτους, μπορεί να υπάρχει έτοιμο πλάνο προετοιμασίας αλλά και σχέδιο διαχείρισης, επί των πιθανών “κινδύνων”.
Αν δούμε τα αεροδρόμιά μας, για παράδειγμα, το σχετικό “check list” των θεμάτων που χρειάζονται προσοχή και προγραμματισμό, είναι απολύτως προσδιορισμένο. Εν τούτοις, η μέχρι τώρα εμπειρία μας δείχνει ότι ξεκινάει η τουριστική περίοδος και αντί μακράς προετοιμασίας, οδεύουμε με στρατηγική “κάνουμε το σταυρό μας, να μην συμβεί κάτι”.
Η πληροφορία υπάρχει. Ξέρουμε από τον Φεβρουάριο ποιες προβλέπεται να είναι οι μέρες μεγάλης αιχμής σε κάθε αεροδρόμιο και θα επικρατεί συνωστισμός. Ξέρουμε εκ των προτέρων, αν υπάρχει σύμβαση παροχής υπηρεσιών, π.χ. καθαριότητα, που λήγει εντός της τουριστικής περιόδου ή αν υπάρχει προμηθευτής που παραμένει απλήρωτος επί μήνες. Ξέρουμε ότι τα συστήματα κλιματισμού λειτουργούν στα όριά τους και επομένως, πρέπει να υπάρχει plan B σε περίπτωση βλάβης.
Αντίστοιχα ξέρουμε πότε ελλιμενίζονται μεγάλα κρουαζιερόπλοια, ξέρουμε ποιες μέρες συνήθως παρατηρείται μεγάλη κίνηση στους μεθοριακούς σταθμούς.
Δεν ακούγεται μόνον τόσο απλό. Είναι τόσο απλό. Αλλά φαίνεται ότι έχουμε… αλλεργία στη δύναμη της απλότητας.
Δεν την αντέχει το δημόσιο σύστημά μας. Και δεν υπάρχει και το “εμβόλιο”, ακόμα…

Το πρόβλημα με τα ροδάκινα και ο Τουρισμός

eating_peaches
“Eating peaches”*

Η προτροπή του ΣΕΤΕ προς τα μέλη του για χρήση ελληνικών αγροτικών προϊόντων είναι γενική και διαχρονική. Η συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία παρενέβη ο Σύνδεσμος, τα επιτραπέζια ροδάκινα, προσφέρεται για μία εφαρμογή στην πράξη της σημαντικής διάστασης που μπορεί να έχει ο Τουρισμός ως προς την ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας.
Το πρόβλημα με τα ροδάκινα προέκυψε καθώς τόσο στη χώρα μας, όσο και στις υπόλοιπες ροδακινοπαραγωγικές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία) υπάρχει υπερπαραγωγή σε επιτραπέζια ροδάκινα και νεκταρίνια, με τις εσωτερικές καταναλώσεις να κυμαίνονται σε μέτρια επίπεδα.
Οι τιμές παραγωγού έχουν συρρικνωθεί σε σχέση με προηγούμενα χρόνια λόγω της υπερπαραγωγής και των πιέσεων στις εγχώριες και διεθνείς αγορές και στις εξαγωγές.
Εν μέσω της κορύφωσης της τουριστικής περιόδου, ο ΣΕΤΕ, προτρέπει τα μέλη του στη χρήση επιτραπέζιων ροδάκινων σε όλα τα σημεία εστίασης εντός και εκτός ξενοδοχείων.
Στόχος του ελληνικού τουρισμού, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, παραμένει η στήριξη και η ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας και των ποιοτικών ελληνικών προϊόντων, τα οποία ενισχύουν την τοπική παραγωγή και δημιουργούν προστιθέμενη αξία στις παρεχόμενες υπηρεσίες του τουρισμού.
Αύξηση των προμηθειών των συγκεκριμένων προιόντων από τουριστικές επιχειρήσεις, οδηγεί και σε αυξημένες καταναλώσεις με προφανή οφέλη για όλες τις πλευρές.

 *painting by Brian Kershisnik